LOUTSES (LOcal water infrastrUctures for Transhumance enhancement in Subalpine rangelands as Ecological and Sustainable practices for climate adaptation in Epirus, Greece)
APPLIED RESEARCH PROJECT
Γνωρίζετε ότι τα τελευταία χρόνια το νερό μειώνεται αισθητά ακόμα και στις ορεινές περιοχές της Πίνδου, που χαρακτηρίζεται από το υγρότερο κλίμα στην Ελλάδα; Έχετε σκεφτεί τις ανάγκες σε νερό που μπορεί να έχει ένας κτηνοτρόφος που βόσκει ή μετακινεί τα ζωντανά του στα φυσικά βοσκοτόπια της Ηπείρου;
Παρόμοια ερωτήματα δημιουργήθηκαν στην Ομάδα της Λαλίτσας όταν δεχτήκαμε την ιδέα από μέλος μας, ώστε να συμμετάσχουμε σε ανοιχτό διαγωνισμό προγράμματος Horizon Europe (RURACTIVE) για εφαρμόσιμες και πρακτικές λύσειςμε επίκεντρο τη διαχείριση του νερού των τοπικών κοινοτήτων του Ζαγορίου. Οι τοπικοί κτηνοτρόφοι, τα ζώα τους, αλλά και είδη της άγριας πανίδας χρησιμοποιούν νερό από τις δεξαμενές ή φυσικές ή τεχνητές επιφάνειες που κρατούν νερό (βρόχινο, υπόγειο ή από χιόνια), τις λεγόμενες λούτσες.
Η καινοτομία της πρότασής μας συνδυάζει γνώσεις γεωλογίας, λιβαδοπονίας και αρχιτεκτονικής, με στόχο την αποκατάσταση τριών ή/και τεσσάρων λουτσών σε διαφορετικά υψόμετρα υπο-αλπικών και αλπικών λιβαδιών, φτιαγμένες από διαφορετικά υλικά (χωμάτινες, πετρόκτιστες, τσιμεντένιες). Η πρόταση LOUTSESδιερευνά την υδρογεωλογία της κάθε τοποθεσίας ως πιθανή υπάρχουσα φυσική δεξαμενή νερού υπογείως και την σύνδεσή της με τη λούτσα.

Τσιμεντένια ανοιχτή δεξαμενή με ομβριοσυλλέκτη κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επίσκεψης το Μάιο.
Η γεωλογία της περιοχής του Ζαγoρίου με τις εναλλαγές υδροφόρων στρωμάτων ασβεστόλιθων και του αδιαπέρατου αργιλικού φλύσχη έχει συντελέσει τόσο στην οικιστική ανάπτυξη και πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής, όσο και στην επάρκεια υδατικών πόρων και ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και ορεινής κτηνοτροφίας. Οι πηγές της περιοχής βρίσκονται σε σημεία που οι δύο σχηματισμοί συναντιούνται. Σε άλλες περιπτώσεις, όπου κυριαρχεί ο ασβεστόλιθος, το νερό διεισδύει στο βαθύτερο υδροφόρο ορίζοντα και ρέει υπογείως προς τον ποταμό Βοϊδομάτη. Από αρχαίους χρόνους, η υδρομάστευση των υδροφόρων στρωμάτων ήταν εφικτή κυρίως στα όρια του πορώδους ασβεστολίθου με το φλύσχη και η εμπειρία πέρασε σε όλους τους χρήστες της γης, όπως αγρότες και κτηνοτρόφους, σε βάθος εκατοντάδων έως και χιλιάδων χρόνων.
Σε συνάντηση που είχαμε με τους κατοίκους και φορείς της περιοχής τον φετινό Μάιο (A’ φάση του συνολικού έργου), φάνηκε η αναγκαιότητα μιας τέτοιας πρότασης από ξεχασμένες και νέες πρακτικές για την ενίσχυση των τοπικών κτηνοτροφικών κοινοτήτων, που διαχειρίζονται τα λιβαδικά οικοσυστήματα από γενιά σε γενιά.

Παρουσίαση για την πρόταση ΛΟΥΤΣΕΣ σε ενδιαφερόμενους (τοπικοί φορείς, κτηνοτρόφοι, κατοίκους, επισκέπτες του Δήμου) το φετινό Μάιο.
Η λεκάνη της Μεσογείου χαρακτηρίζεται από ένα πλούσιο μωσαϊκό τοπίων, τα οποία διαμορφώθηκαν από την αλληλεπίδραση μακροχρόνιων πολιτιστικών και ιστορικών διαδικασιών σε συνάρτηση με πολύπλοκες και ποικίλες περιβαλλοντικές διεργασίες. Οι ετήσιες ή εποχικές μεταβολές στη διαθεσιμότητα του κύριου περιοριστικού παράγοντα για την ανάπτυξη των φυτών και του νερού δημιουργούν διακυμάνσεις στο δυναμικό παραγωγής των μεσογειακών οικοσυστημάτων και ιδιαίτερα των λιβαδικών οικοσυστημάτων. Τα λιβαδικά οικοσυστήματα στην Ελλάδα διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της δασικής πολιτικής, καθώς παρέχουν οικοσυστημικές υπηρεσίες παρόμοιες με αυτές των δασικών οικοσυστημάτων, όπως τροφή, φυτικές ίνες, δέσμευση άνθρακα, διατήρηση της βιοποικιλότητας και αναψυχή. Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) θεσπίζει έναν ειδικό πολιτικό στόχο για το περιβάλλον και το κλίμα: τη συμβολή στην προστασία της βιοποικιλότητας, την ενίσχυση των υπηρεσιών αυτών και τη διατήρηση των φυσικών τοπίων και οικοτόπων. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει θέσει ως βασικό στόχο της Εθνικής Δασικής Στρατηγικής (ΕΣΔ) τη διατήρηση και την ενίσχυση των οικοσυστημικών υπηρεσιών.

Περπατώντας προς μία ανοικτή δεξαμενή συλλογής νερού (Χρηματοδότηση κατασκευής: Παγκόσμια Τράπεζα-δεκ.1970).
Τα υποαλπικά και αλπικά λιβάδια στην Ελλάδα είναι σημαντικά καθώς προσφέρουν μια μεγάλη ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών στις τοπικές κοινότητες, και αποτελεί επιτακτική ανάγκη η ορθολογική διαχείριση αυτών των ειδικών ανθρωπογενών οικοσυστημάτων. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι τα λιβάδια γενικότερα καταλαμβάνουν περίπου το 40% της συνολικής επιφάνειας της χώρας. Αποτελούν την κύρια πηγή ζωοτροφής για τα παραδοσιακά συστήματα κτηνοτροφίας, καλύπτοντας συνολικά το 70% τις ανάγκες της χώρας. Οι πολλαπλές χρήσεις των λιβαδιών και των παρακείμενων σε αυτά δασών έχουν μεγάλη οικολογική σημασία, επειδή και οι δύο τύποι βλάστησης των οικοσυστημάτων προστατεύουν τα εδάφη από τη διάβρωση, αποθηκεύουν άνθρακα, παρέχουν βιότοπο για την άγρια ζωή και λειτουργούν ως μικρές λεκάνες απορροής που μεταφέρουν νερό στους τοπικούς υδροφορείς μέσω διήθησης και επιφανειακής απορροής. Ως εκ τούτου, τα καλά διαχειριζόμενα οικοσυστήματα λιβαδιών και βοσκοτόπων μπορούν να συμβάλλουν στην αυξημένη δέσμευση άνθρακα και στο μετριασμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέσω της αυξημένης διήθησης του εδάφους από το νερό, καθώς και στη βελτίωση της ποιότητας του νερού και των συνθηκών βλάστησης συνολικά.
Η κτηνοτροφία, και ειδικότερα η μετακινούμενη κτηνοτροφία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς για πολλές περιοχές της Μεσογείου καθώς και κομμάτι της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, εγγεγραμμένη στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO. Υπήρξε επί αιώνες μια από τις κυριότερες οικονομικές δραστηριότητες των κατοίκων στην περιοχή της Μεσογείου αλλά και της Ελλάδας, και διατήρησε ζωντανές πολλές περιοχές της χώρας και ιδιαίτερα τις ορεινές και διαμόρφωσε την κοινωνικοοικονομική εξέλιξη των περιοχών αυτών. Ωστόσο, παρά τα αναγνωρισμένα πλεονεκτήματά της, παρατηρείται μία εγκατάλειψη της πρακτικής αυτής τα τελευταία 60 χρόνια, συμβάλλοντας αρνητικά στην παραγωγική ικανότητα των μεσογειακών αγροοικοσυστημάτων να παρέχουν ποικίλες οικοσυστημικές υπηρεσίες, αλλά και στη μειωμένη κοινωνικο-οικολογική ανθεκτικότητά τους.
Χρησιμοποιώντας την παλιά εμπειρική γνώση, σε συνδυασμό με νέες μη καταστροφικές μεθόδους, όπως γεωφυσικές διασκοπήσεις και γεωχημεία, θα χαρτογραφηθεί η γεωμετρία των υδροφόρων στρωμάτων και η δυναμική της υπόγειας αποθήκευσης νερού κοντά στις λούτσες, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτό το νερό για τη συνεχή υδροδότηση της κάθε λούτσας κατά τη ξηρή καλοκαιρινή περίοδο, όταν τα επιφανειακά αποθέματα νερού στερεύουν λόγω εξάτμισης και κατανάλωσης από τα ζωντανά. Επιπλέον, θα αποτυπωθεί η διαχρονική εξέλιξη των λιβαδικών εκτάσεων, θα εκτιμηθεί η βοσκοϊκανότητα και η βοσκοφόρτωση στις περιοχές αυτές. Όλες οι παραπάνω συνδυασμένες δράσεις και εφαρμογές θα αποτελέσουν ένα πιλότο μέσα από τον εφαρμογή του οποίου θα μπορέσει να στηριχθεί η ορεινή κτηνοτροφία, και η ενδημική υδρόβια χλωρίδα και πανίδα, αλλά και έμμεσα θα καταπολεμηθεί και η κλιματική αλλαγή, καθώς οι ανθρωπογενείς λούτσες με συνεχόμενη υδροδότηση αποτελούν σημαντικούς οικοτόπους αποθήκευσης του ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακα.
Ομάδα Έργου: Μιχάλης Στύλλας, Ελίκη Διαμαντούλη, Δημήτρης Καψάλης, Σάββας Βασιλειάδης